Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

έκρυψα τα βήματά σου



Έκρυψα τα βήματα σου

στα νερά του δρόμου

που σ’ αγκάλιασε.



Τα σύννεφα μπερδεύτηκαν,

αφού δεν είχαν

που να πατήσουν

και βούλιαξαν σιωπηλά 

στη βροχή που ανάθρεψαν.



Χάραξα μια δυο δυο ανάσες σου

άσπρες στον αέρα

να ξέρει η νύχτα

που θα περπατάει.



Κι οι περαστικοί περπατούν

προσεχτικά

από τότε που   κάποιος πιάστηκε

στα δίχτυα τους.



Έμεινε χωρίς φωνή , λένε,

και τα μάτια του ταξίδεψαν

σε ίσκιους  πολύχρωμους.



Απ τότε ψάχνει δρεπάνια

να θερίσει το καλοκαίρι.

άσε με α σ' αγγίξω



Άσε με να σ' αγγίζω.  
Είπε η άμμος.  
ρίχνοντας στη θάλασσα ένα σκοινί 

κόκκινο, μαδημένο, παλιό, άχρηστο.  
που ξεκουραζόταν πάνω της,
έπειτα από 'να ναυάγιο,
και της έλεγε ιστορίες  

με ναυτικούς 

που εύκολα μαχαιρώνονταν 

για μια γυναίκα λυπημένη.
   
Κι η θάλασσα άκουγε μόνο 
τον καημό του ήλιου.  
Μέχρι να ρθει η νύχτα 

να ρωτήσει την άμμο 

για άλλη μια φορά,
 όπως χθές και πέρυσι 
και πριν από αιώνες.  
" ...τι να το κάνω τούτο το σκοινί που μου δωσες ;.. "

ήξερε





Ακούμπησε στη σιωπή της τρυφερά.
Τρεις στάλες τον άγγιξαν.
Θαλασσινό νερό ήταν.
Λεπτοδείκτες επέπλεαν.
Ιδρωμένοι.
Τους έβγαλε προσεχτικά και
τους άφησε απαλά πάνω στα μάτια της.
Ήξέρε πως
η άνοιξη τους χρειάζεται.
για να φτιάξει χρώματα.

γ.β.

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

πολύ αργότερα


Πολύ αργότερα,
όταν θα έχουν περάσει από πάνω του
το αλάτι, το ανακατωμένο με κίτρινα φύλλα,
το ξεπλυμένο από τις πρώτες βροχές,
θα ψάχνει τις τσέπες του παλτού του
και θα βρει ένα παλιό εισιτήριο.
Από κείνα
που δε γράφουν τη διαδρομή.

Έκπληκτος, γυρίζοντας το από την άλλη,
θα δει πως θα έχει πάνω του
γραμμένες τις λέξεις "Mυριθάλδη άργησες........"
Θα χαμογελάσει,
γιατί έτσι του αρέσει να λέει
την Άνοιξη ...

Θα χαϊδέψει τα ατέλειωτα αποσιωπητικά.
Και θα τ' απλώσει στη βροχή ...

Και τότε θα γίνει μια Άνοιξη.
Από κείνες που χουν λουλουδιασμένα
αγκάθια.
κι οι θάλασσες τους αντιστέκονται
πεισματικά
στα κύματα που τις γέννησαν.

Θα σκύψει για να μπει μέσα της.

Και κείνη η Άνοιξη θα τον δει ως παρείσακτο.

Και θα τον κάνει χώμα.

Με την προσταγή, την άγρια
βγαλμένη από τα χείλια της,
ν’ ακουμπούν πάνω του
τα πέταλα από τις μαδημένες μαργαρίτες.

Και να κρατάει τους ανέμους
μέσα στις ρίζες
μιας μικρής κόκκινης παπαρούνας.

Θα λυπηθεί τότε
όταν
δεν θα μπορέσει
να τους
κρατήσει.

του είπε



Του είπε να τη δει το φως
χωρίς να φοβάται
κι εκείνος άνοιξε λίγο το παράθυρο
έβαλε ένα πανί στα μάτια του
και τη χάιδεψε.
Μα βρήκε τόσο φως
που πίσω από το πανί
αναγκάστηκε
να έχει τα μάτια του
κλειστά

Εκείνη, τότε,
χάιδεψε το πανί
και του φίλησε
τα μάτια.

Πάντα τα μάτια είναι
ένα καλό σημάδι
για σκοποβολή
της είπε χαμογελώντας
όταν την είδε
ξανά.

Εκείνη πήρε το σεντόνι
και σκεπάστηκε
ολόκληρη
Μόνο μάτια έχω
Του είπε
Πρόσεχε.

σημεία στίξης ;


Μ’ αρέσει το σχήμα του
ερωτηματικού μας.
Σα να λιώνει η τελεία
Και να γίνεται
αγκίστρι .
Και το θαυμαστικό
μ’ αρέσει.
Είναι ωραίο
το τέλος του.
Και τα αποσιωπητικά
Σα σταγόνες βροχής
πάνω σε τζάμια είναι.
Ή σαν πηδηματάκια
από το κουτσό
που παίζαμε.

Στο κόμμα
πρέπει να σταματάμε
Μας έλεγε ο κύριος Κώστας
στο δημοτικό..
« για να σκεφτούμε τι έχουμε πει»
Στη τελεία πιο πολύ να σταματάμε.
« για να περιμένουμε τις επόμενες λέξεις «
Έλεγε.

Η άνω τελεία
Μου δημιουργούσε ανέκαθεν
ένα θέμα.
Έμοιαζε με κόμπο ιδρώτα
που δεν μπόρεσε
μα τσούξει τα μάτια.
Αχρείαστο δηλαδή.

Θυμάμαι όταν πρωτάκουσα
πως έχουμε πνεύματα στη γλώσσα
σκιάχτηκα.
«μη φοβάσαι , δύο είναι μόνο»
μου χε πει η μάνα μου.

Κι όταν βάζαμε, τότε, τόνους
εγώ έκανα λάθη συνέχεια.
Μου άρεσε η περισπωμένη.
Και την έβαζα παντού .

Τι θυμήθηκα τώρα …!!!

«Εμένα , κύριε,
μου αρέσουνε οι λέξεις
όπως εγώ τις γράφω
κι όχι όπως είναι γραμμένες
στο λεξικό»
μου χε πει
ο Γιαννάκης
στ’ αυτί
μην τον ακούσουν
τ’ άλλα παιδιά
και τον κοροϊδέψουν πάλι .

παιδική ζωγραφιά



"...συγγνώμη κύριε, είπε, αυτός ο δρόμος που βγαίνει ;"
Ο κύριος τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω μ' ένα βλέμμα από κείνα τα εξεταστικά που τα χε δει σε ταινίες.
"Που θέλετε να πάτε", τον ρώτησε μ' ένα ύφος απαγορευτικής οικειότητας.
«Να , κύριε, βρήκα...θελω να πω... πρέπει οπωσδήποτε να βρω αυτό το σημείο, σ’ αυτόν εδώ τον χάρτη.»
Ο κύριος του πήρε, με μια παράξενα απότομη κίνηση, το χαρτί που κρατούσε κι άρχισε να το εξετάζει σχολαστικά μπορεί να πει κανείς.
" Μα αυτό εδώ είναι μια ζωγραφιά ...μια μουτζούρα θα έλεγα πως είναι ...που δείχνει ένα πρόσωπο ...δεν είναι χάρτης αυτό ..με κοροϊδεύετε νομίζω", του απάντησε φοβιστερά σοβαρά.
" Όχι κύριε, στο κουτί με τις παιδικές μου ζωγραφιές τον ανακάλυψα ...κι είναι χάρτης κύριε ..είναι χάρτης ...είμαι σίγουρος ...χάρτες ζωγράφιζα τότε ..."
Ο κύριος δίπλωσε το χαρτί στα τέσσερα και του το έδωσε φεύγοντας.
"..καλά... συγγνώμη ..θα ρωτήσω κάποιον άλλο ...έχει μια ημερομηνία πάνω ...και δε προλαβαίνω κύριε ...αυτός ήταν ο λόγος που ζήτησα τη βοήθεια σας ...να προλάβω θέλω …".

την ανάσα σου σάλιωσα


την ανάσα σου
σάλιωσα
τη νύχτα
που έβρεχε
και
έγλυψα
το μικρό σου
ναι
το καρφωμένο
πάνω μου
πίσω
από μια
αστραπή του
γέλιου σου.

το παλιό σοκάκι
έσβησε τα
φώτα του
και οι στέγες
σκούπισαν
τους πόθους τους
στον ουρανό
που συνέχιζε
να αδιαφορεί.

η επιστροφή
κουβαλούσε
διγράμματους
λαρυγγισμούς
και τον ήχο
των βημάτων σου.

θυμάμαι


Θυμάμαι.
Θύμωνες με τη σιωπή των αγαλμάτων.
Λόγια αντρικά σου ερχότανε στα χείλη,
και τα ξεστόμιζες ασύστολα
τις ώρες
που η ανάσα σου
καλά διπλωμένη,
στα τέσσερα κι ύστερα στα οχτώ,
προσπαθούσε να κάνει στάμπες στον αέρα

και να ανοίξει τρύπες.

Τότε έλεγες οργισμένη,
φτιάχνοντας συνέχεια τα μαλλιά σου,
πως δε θέλεις να χεις όνομα,
μόνο να χάνεσαι ανώνυμα,
όπως τα αγάλματα,
μέσα στη καθημερινή απειλή των πραγμάτων,
να χορταίνεις από τη συνήθεια της απουσίας τους,
έτσι,
για να μη μπορούν να σε διπλώνουν όπως θέλουν.

« Γεννάω έρωτες. μια που δε μπορώ να γεννήσω τίποτα άλλο , ακούς , αυτή είναι η αιτία που οι έρωτες μου είναι έχουν σώματα θρυμματισμένα, την αγκαλιά του κλεμμένου κούρου λαχτάρησα ξανά, κλέψε για μένα τη κίβδηλη σιωπή του και το χαμόγελο εκείνο, που δεν πρόλαβε να βγει την ώρα που τον γεννούσανε, επιτέλους κάνε κάτι για μένα ρε , ακούς, κάτι μόνο για μένα ρε...»

είπες,
έπειτα που καταλάγιασες.

Με βρήκες όταν ξύπνησες, δίπλα σου,
ιππότη, δίχως λέξεις.
ντυμένο το φως των κίτρινων δρόμων.

Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

τι να τα κάνω


τι να τα κάνω
τα μάτια σου
τ’ απλωμένα στη νύχτα
αφού δε μπορώ να δω
τον ήλιο σου

τι να τα κάνω
τα χείλια σου
τα σκονισμένα από
το θόρυβο της μέρας
αφού δε μπορώ να μιλήσω
στη νύχτα σου

τι να τα κάνω
τα χέρια σου
τα σμιλεμένα με τα κύματα
αφού δε μπορώ ν΄ ακουμπήσω
τη βροχή σου

τι να κάνω την επιδερμίδα
της κοιλιάς σου
που κυοφορεί ουρλιαχτά
αφού δε μπορώ να σιωπήσω
στην άμμο της μνήμης σου

τι να τα κάνω
τα βήματά σου τα
μουλιασμένα σε δρόμους
άγνωστους
αφού δε έμαθα να περπατώ
μαζί σου

είπε
ένας άγγελος
στο Θεό
σε μια στιγμή
που τον βρήκε εύκαιρο.
Και κείνος,
χαμογελώντας,
τον κάλεσε να
παίξουν πεντόβολα
με κάτι πέτρες
από ήλιο
από νύχτα
από βροχή
από μνήμη
από βήματα.