Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

έτσι ξαφνικά


Έτσι ξαφνικά,
τράβηξες από τον ουρανό
μια στάλα βροχής
και την έριξες στη θάλασσα.

Τότε μια βάρκα κόκκινη,
αταξίδευτη
μου ‘φερε δώρο μια λέξη
που δεν ήξερα.

Γύρισα το κόσμο όλο
και ζήτησα απ’ όλους τους σοφούς,
που λιάζονταν στα ακροθαλάσσια,
να μου την εξηγήσουν .

Κι εξήγηση δε βρήκα.

Κρατώντας
κρινάκια της θάλασσας
που τ’ άφησα
θυσία στο λογισμό σου,
σε κάλεσα.

Μυστικά.
Ψελλίζοντας το δέρμα σου.
Χαϊδεύοντας την άμμο που περπάτησες.
Τραυλίζοντας τους ήχους του γέλιου σου.
Ζωγραφίζοντας τα χέρια σου
πάνω σε βράχια άγρια.
Σεμνά σκυμμένος
στον ίσκιο των βλεφάρων σου.

Κι όταν εσύ….
η των κυμάτων καβαλάρισσα…
η της βροντής απάνεμο μέρος…
η της βροχής ιππηλάτισσα…
και των αστραπών ιχνηλάτης
με πλησίασες

άλλο δεν έκανες,
παρά μια χαρακιά
μες στα μάτια μου
και μου είπες « έλα »

Κι αναγνώρισα, ο φτωχός,
στον ήχο της φωνής σου
τη λέξη την άγνωστη
και σ’ ευχαρίστησα

αλλάζοντας το δέρμα μου
με τη φορεσιά σου,
πλένοντας τα ακροδάχτυλά μου
στο χαμόγελό σου,
ανταλλάσοντας
τους χτύπους της καρδιάς μου
με τον ήχο των βημάτων σου,
αφήνοντας τα λόγια μου
πίσω από τις μικρές σου λέξεις.

Έγινα μια φυσαλίδα
στον ωκεανό
που γέννησε
το αγκάλιασμά σου.


10/7/2013

Δεν υπάρχουν σχόλια: